Η Οργή των Τιτάνων - Wrath of the Titans

ΗΠΑ – Ισπανία, 2012
Σκηνοθεσία:: Jonathan Liebesman
Σενάριο: Dan Mazeau - David Johnson
Με τους: Sam Worthington, Liam Neeson, Rosamund Pike, Édgar Ramirez, Toby Kebbell, Bill Nighy, Danny Huston, John Bell, Lily James, Alejandro Naranjo, Kathryn Carpenter
Μουσική: Javier Navarrete

Μια δεκαετία μετά την επική νίκη του επί του τερατώδους Κράκεν, ο Περσέας –ο ημίθεος γιος του Δία– προσπαθεί να ζήσει μια πιο ήσυχη ζωή ως ψαράς, έχοντας επιφορτιστεί με την ευθύνη να αναθρέψει ολομόναχος τον δεκάχρονο γιο του, τον Ήλιο. Στο μεταξύ η μάχη ανάμεσα σε Θεούς και Τιτάνες για την επικράτηση συνεχίζεται. 
Έχοντας χάσει την αφοσίωση των ανθρώπων, οι Θεοί έχουν αρχίσει να χάνουν τον έλεγχο επί των φυλακισμένων Τιτάνων και του θηριώδη αρχηγού τους, Κρόνου –πατέρα των Δία, Άδη και Ποσειδώνα– που αφότου τον ανέτρεψαν, τον έριξαν στην άβυσσο των Ταρτάρων. Η δύναμη των Τιτάνων γίνεται ολοένα και ισχυρότερη, καθώς οι θεϊκές δυνάμεις του Δία συρρικνώνονται και επικρατεί χάος στη Γη. Ο Περσέας όμως, δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν ο Άδης, μαζί με τον Άρη το γιο του Δία, συμμαχούν με τον Κρόνο, προκειμένου να φυλακίσουν τον Δία. 
Ίδιας συνταγής και παρόμοιου ύφους, η ταινία αυτή αποτελεί συνέχεια της «Τιτανομαχίας» με κάπως καλύτερα εφέ και συγκρατημένες τις υπερβολές των ταινιών αυτού του είδους. Τουλάχιστον, δεν έχουμε τέρατα σαν το Κράκεν της «Τιτανομαχίας», ενώ και τα ντεκόρ είναι καλύτερα από εκείνα του υποτιθέμενου Άργους της πρώτης ταινίας.
Η πλοκή παραμένει αδιάφορη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η συνταγή είναι πάντοτε «η νίκη του Καλού επί του Κακού», οι δε χαρακτήρες συνεχίζουν να είναι «χάρτινοι» και δεν μπλέκουν συναισθηματικά το θεατή, ενώ και οι διάλογοι του σεναρίου, όσο «φιλοσοφημένοι» και να είναι, χάνονται από τους θορύβους. 
Εννοείται ότι κανείς δεν περιμένει να ακολουθείται πιστά η Ελληνική Μυθολογία, ούτε επίσης και να τηρούνται τα προσχήματα στα ελληνικά ονόματα των δεύτερων και τρίτων ρόλων.
Με δυο λόγια, έχουμε ακόμα μια υπερπαραγωγή (και σε Τρισδιάστατο) αντάξια του κοινού του 21ου αιώνα, που θέλει περιπέτεια, δράση, μάχες, μονομαχίες και όλα αυτά σε σκούρο φόντο, όπως απαιτούν οι τεχνικές του blue screen.